Γενικοί Όροι και Προϋποθέσεις
Πίνακας περιεχομένων
- § 1 Πεδίο εφαρμογής, μορφή
- § 2 Σύναψη σύμβασης
- § 3 Προθεσμία παράδοσης και καθυστέρηση παράδοσης
- § 4 Παράδοση, μεταβίβαση του κινδύνου, παραλαβή, καθυστέρηση παραλαβής
- § 5 Τιμές και όροι πληρωμής
- § 6 Επιφύλαξη ιδιοκτησίας
- § 7 Αξιώσεις του αγοραστή λόγω ελαττωμάτων
- § 8 Λοιπή ευθύνη
- § 9 Παραγραφή
- § 10 Εφαρμοστέο δίκαιο, αρμόδια δικαστήρια και τόπος εκπλήρωσης
- § 11 Γενικές διατάξεις
§ 1 Πεδίο εφαρμογής, μορφή
(1) Οι παρόντες Γενικοί Όροι Πώλησης (ΓΟΠ) ισχύουν για όλες τις εμπορικές μας σχέσεις με τους πελάτες μας («Αγοραστές»). Οι ΓΟΠ ισχύουν μόνο εφόσον ο Αγοραστής είναι επιχειρηματίας (§ 14 BGB), νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ειδικό ταμείο δημοσίου δικαίου.
(2) Οι ΓΟΠ ισχύουν ιδίως για συμβάσεις πώλησης και/ή παράδοσης κινητών αγαθών («Εμπορεύματα»), ανεξάρτητα από το αν κατασκευάζουμε τα Εμπορεύματα οι ίδιοι ή τα προμηθευόμαστε από προμηθευτές (άρθρα 433, 650 του Γερμανικού Αστικού Κώδικα). Εκτός εάν συμφωνηθεί διαφορετικά, οι ΓΟΠ ισχύουν ως πλαίσιο συμφωνίας, στην έκδοση που ίσχυε κατά τη στιγμή της παραγγελίας του Αγοραστή ή, σε κάθε περίπτωση, στην έκδοση που του κοινοποιήθηκε τελευταία γραπτώς, και για μελλοντικές συμβάσεις του ίδιου είδους, χωρίς να απαιτείται να τις επαναλαμβάνουμε σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση.
(3) Ισχύουν αποκλειστικά οι Γενικοί Όροι Συναλλαγών μας. Διαφορετικοί, αντίθετοι ή συμπληρωματικοί Γενικοί Όροι Συναλλαγών του αγοραστή αποτελούν μέρος της σύμβασης μόνο εφόσον και στο βαθμό που έχουμε συναινέσει ρητά στην ισχύ τους. Αυτή η απαίτηση συναίνεσης ισχύει σε κάθε περίπτωση, για παράδειγμα και όταν ο αγοραστής παραπέμπει, στο πλαίσιο της παραγγελίας, στους δικούς του Γενικούς Όρους Συναλλαγών (AGB) και εμείς δεν διαφωνούμε ρητά.
(4) Οι ατομικές συμφωνίες (π.χ. συμβάσεις-πλαίσιο προμήθειας, συμφωνίες διασφάλισης ποιότητας) και οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην επιβεβαίωση παραγγελίας μας υπερισχύουν των ΓΟΠ. Σε περίπτωση αμφιβολίας, οι εμπορικές ρήτρες ερμηνεύονται σύμφωνα με τους Incoterms® που εκδίδονται από το Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο του Παρισιού (ICC), στην έκδοση που ίσχυε κατά τη σύναψη της σύμβασης.
(5) Οι νομικά σημαντικές δηλώσεις και γνωστοποιήσεις του αγοραστή σχετικά με τη σύμβαση (π.χ. καθορισμός προθεσμίας, γνωστοποίηση ελαττωμάτων, υπαναχώρηση ή μείωση της τιμής) πρέπει να υποβάλλονται γραπτώς. Η γραπτή μορφή κατά την έννοια των παρόντων ΓΟΠ περιλαμβάνει τη γραπτή και την κειμενική μορφή (π.χ. επιστολή, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, φαξ). Οι νόμιμες διατυπώσεις και τα περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία, ιδίως σε περίπτωση αμφιβολιών σχετικά με τη νομιμοποίηση του δηλώντος, παραμένουν ανεπηρέαστα.
(6) Οι αναφορές στην ισχύ νομικών διατάξεων έχουν μόνο διευκρινιστικό χαρακτήρα. Επομένως, ακόμη και χωρίς τέτοια διευκρίνιση, ισχύουν οι νομικές διατάξεις, στο μέτρο που δεν τροποποιούνται άμεσα ή αποκλείονται ρητά από τους παρόντες Γενικούς Όρους Πώλησης.
(2) Οι ΓΟΠ ισχύουν ιδίως για συμβάσεις πώλησης και/ή παράδοσης κινητών αγαθών («Εμπορεύματα»), ανεξάρτητα από το αν κατασκευάζουμε τα Εμπορεύματα οι ίδιοι ή τα προμηθευόμαστε από προμηθευτές (άρθρα 433, 650 του Γερμανικού Αστικού Κώδικα). Εκτός εάν συμφωνηθεί διαφορετικά, οι ΓΟΠ ισχύουν ως πλαίσιο συμφωνίας, στην έκδοση που ίσχυε κατά τη στιγμή της παραγγελίας του Αγοραστή ή, σε κάθε περίπτωση, στην έκδοση που του κοινοποιήθηκε τελευταία γραπτώς, και για μελλοντικές συμβάσεις του ίδιου είδους, χωρίς να απαιτείται να τις επαναλαμβάνουμε σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση.
(3) Ισχύουν αποκλειστικά οι Γενικοί Όροι Συναλλαγών μας. Διαφορετικοί, αντίθετοι ή συμπληρωματικοί Γενικοί Όροι Συναλλαγών του αγοραστή αποτελούν μέρος της σύμβασης μόνο εφόσον και στο βαθμό που έχουμε συναινέσει ρητά στην ισχύ τους. Αυτή η απαίτηση συναίνεσης ισχύει σε κάθε περίπτωση, για παράδειγμα και όταν ο αγοραστής παραπέμπει, στο πλαίσιο της παραγγελίας, στους δικούς του Γενικούς Όρους Συναλλαγών (AGB) και εμείς δεν διαφωνούμε ρητά.
(4) Οι ατομικές συμφωνίες (π.χ. συμβάσεις-πλαίσιο προμήθειας, συμφωνίες διασφάλισης ποιότητας) και οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην επιβεβαίωση παραγγελίας μας υπερισχύουν των ΓΟΠ. Σε περίπτωση αμφιβολίας, οι εμπορικές ρήτρες ερμηνεύονται σύμφωνα με τους Incoterms® που εκδίδονται από το Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο του Παρισιού (ICC), στην έκδοση που ίσχυε κατά τη σύναψη της σύμβασης.
(5) Οι νομικά σημαντικές δηλώσεις και γνωστοποιήσεις του αγοραστή σχετικά με τη σύμβαση (π.χ. καθορισμός προθεσμίας, γνωστοποίηση ελαττωμάτων, υπαναχώρηση ή μείωση της τιμής) πρέπει να υποβάλλονται γραπτώς. Η γραπτή μορφή κατά την έννοια των παρόντων ΓΟΠ περιλαμβάνει τη γραπτή και την κειμενική μορφή (π.χ. επιστολή, ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, φαξ). Οι νόμιμες διατυπώσεις και τα περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία, ιδίως σε περίπτωση αμφιβολιών σχετικά με τη νομιμοποίηση του δηλώντος, παραμένουν ανεπηρέαστα.
(6) Οι αναφορές στην ισχύ νομικών διατάξεων έχουν μόνο διευκρινιστικό χαρακτήρα. Επομένως, ακόμη και χωρίς τέτοια διευκρίνιση, ισχύουν οι νομικές διατάξεις, στο μέτρο που δεν τροποποιούνται άμεσα ή αποκλείονται ρητά από τους παρόντες Γενικούς Όρους Πώλησης.
§ 2 Σύναψη σύμβασης
(1) Οι προσφορές μας είναι χωρίς δέσμευση και δεν είναι δεσμευτικές. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση που έχουμε παραδώσει στον αγοραστή καταλόγους, τεχνική τεκμηρίωση (π.χ. σχέδια, κατόψεις, υπολογισμούς, κοστολογήσεις, παραπομπές σε πρότυπα DIN), άλλες περιγραφές προϊόντων ή έγγραφα – ακόμη και σε ηλεκτρονική μορφή – για τα οποία διατηρούμε τα δικαιώματα ιδιοκτησίας και πνευματικής ιδιοκτησίας. Τα δείγματα και τα πρότυπα της εταιρείας «ÖMA Beer GmbH» χρησιμεύουν για την περιγραφή του προϊόντος και δεν συνιστούν εγγύηση ιδιοτήτων. Οι ιδιότητες εγγυώνται αποκλειστικά εγγράφως.
(2) Η παραγγελία των εμπορευμάτων από τον αγοραστή θεωρείται δεσμευτική προσφορά σύναψης σύμβασης. Εφόσον δεν προκύπτει διαφορετικά από την παραγγελία, έχουμε το δικαίωμα να αποδεχθούμε την εν λόγω προσφορά σύναψης σύμβασης εντός 3 ημερών από την παραλαβή της από εμάς.
(3) Η αποδοχή μπορεί να δηλωθεί είτε γραπτώς (π.χ. μέσω επιβεβαίωσης παραγγελίας) είτε μέσω της παράδοσης των εμπορευμάτων στον αγοραστή.
(4) Οι παραγγελίες υποβάλλονται κατ’ αρχήν την προηγούμενη ημέρα της ημερομηνίας παράδοσης. Οι συμπληρωματικές παραγγελίες της κύριας παραγγελίας μπορούν να διεκπεραιωθούν σωστά από την ÖMA Beer GmbH μόνο εάν έχουν παραληφθεί από το ÖMA Beer GmbH το αργότερο έως τις 10:30 της ημέρας παράδοσης. Σε περίπτωση που η συμπληρωματική παραγγελία δεν παραληφθεί εμπρόθεσμα από το ÖMA Beer GmbH, η ÖMA Beer GmbH διατηρεί το δικαίωμα να πραγματοποιήσει την παράδοση ως κύρια παραγγελία σε μεταγενέστερη ημερομηνία.
(2) Η παραγγελία των εμπορευμάτων από τον αγοραστή θεωρείται δεσμευτική προσφορά σύναψης σύμβασης. Εφόσον δεν προκύπτει διαφορετικά από την παραγγελία, έχουμε το δικαίωμα να αποδεχθούμε την εν λόγω προσφορά σύναψης σύμβασης εντός 3 ημερών από την παραλαβή της από εμάς.
(3) Η αποδοχή μπορεί να δηλωθεί είτε γραπτώς (π.χ. μέσω επιβεβαίωσης παραγγελίας) είτε μέσω της παράδοσης των εμπορευμάτων στον αγοραστή.
(4) Οι παραγγελίες υποβάλλονται κατ’ αρχήν την προηγούμενη ημέρα της ημερομηνίας παράδοσης. Οι συμπληρωματικές παραγγελίες της κύριας παραγγελίας μπορούν να διεκπεραιωθούν σωστά από την ÖMA Beer GmbH μόνο εάν έχουν παραληφθεί από το ÖMA Beer GmbH το αργότερο έως τις 10:30 της ημέρας παράδοσης. Σε περίπτωση που η συμπληρωματική παραγγελία δεν παραληφθεί εμπρόθεσμα από το ÖMA Beer GmbH, η ÖMA Beer GmbH διατηρεί το δικαίωμα να πραγματοποιήσει την παράδοση ως κύρια παραγγελία σε μεταγενέστερη ημερομηνία.
§ 3 Προθεσμία παράδοσης και καθυστέρηση παράδοσης
(1) Η προθεσμία παράδοσης συμφωνείται ξεχωριστά ή καθορίζεται από εμάς κατά την αποδοχή της παραγγελίας. Εάν δεν ισχύει αυτό, η προθεσμία παράδοσης ανέρχεται σε περίπου 1 εβδομάδα από τη σύναψη της σύμβασης.
(2) Σε περίπτωση που δεν μπορούμε να τηρήσουμε δεσμευτικές προθεσμίες παράδοσης για λόγους για τους οποίους δεν ευθυνόμαστε (μη διαθεσιμότητα της υπηρεσίας), θα ενημερώσουμε αμέσως τον αγοραστή σχετικά και θα του κοινοποιήσουμε ταυτόχρονα την προβλεπόμενη νέα προθεσμία παράδοσης. Εάν η υπηρεσία δεν είναι διαθέσιμη ούτε εντός της νέας προθεσμίας παράδοσης, έχουμε το δικαίωμα να υπαναχωρήσουμε από τη σύμβαση, εν όλω ή εν μέρει· θα επιστρέψουμε αμέσως οποιαδήποτε ανταπόδοση έχει ήδη καταβάλει ο αγοραστής. Μη διαθεσιμότητα της υπηρεσίας συντρέχει, για παράδειγμα, σε περίπτωση μη έγκαιρης προμήθειας από τον προμηθευτή μας, εφόσον έχουμε συνάψει αντίστοιχη συναλλαγή κάλυψης, σε περίπτωση άλλων διαταραχών στην αλυσίδα εφοδιασμού, όπως λόγω ανωτέρας βίας, ή εάν, σε μεμονωμένες περιπτώσεις, δεν είμαστε υποχρεωμένοι να προμηθευτούμε το προϊόν.
(3) Η έναρξη της καθυστέρησης παράδοσης από την πλευρά μας καθορίζεται σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, απαιτείται προειδοποίηση από τον αγοραστή. Εάν καθυστερήσουμε στην παράδοση, ο αγοραστής μπορεί να απαιτήσει κατ’ αποκοπή αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη λόγω της καθυστέρησης. Το κατ’ αποκοπή ποσό αποζημίωσης ανέρχεται, για κάθε ολοκληρωμένη ημερολογιακή εβδομάδα καθυστέρησης, στο 0,5% της καθαρής τιμής (αξία παράδοσης), με ανώτατο όριο, ωστόσο, το 5% της αξίας παράδοσης των εμπορευμάτων που παραδόθηκαν με καθυστέρηση. Διατηρούμε το δικαίωμα να αποδείξουμε ότι ο αγοραστής δεν υπέστη καμία ζημία ή υπέστη ζημία σημαντικά μικρότερη από το ανωτέρω κατ’ αποκοπή ποσό.
(4) Τα δικαιώματα του αγοραστή σύμφωνα με το § 8 των παρόντων ΓΟΠ και τα νόμιμα δικαιώματά μας, ιδίως σε περίπτωση εξαίρεσης της υποχρέωσης εκπλήρωσης (π.χ. λόγω αδυναμίας ή αδικαιολόγητης επιβάρυνσης της εκπλήρωσης και/ή επανορθωτικής εκπλήρωσης), παραμένουν ανεπηρέαστα.
(2) Σε περίπτωση που δεν μπορούμε να τηρήσουμε δεσμευτικές προθεσμίες παράδοσης για λόγους για τους οποίους δεν ευθυνόμαστε (μη διαθεσιμότητα της υπηρεσίας), θα ενημερώσουμε αμέσως τον αγοραστή σχετικά και θα του κοινοποιήσουμε ταυτόχρονα την προβλεπόμενη νέα προθεσμία παράδοσης. Εάν η υπηρεσία δεν είναι διαθέσιμη ούτε εντός της νέας προθεσμίας παράδοσης, έχουμε το δικαίωμα να υπαναχωρήσουμε από τη σύμβαση, εν όλω ή εν μέρει· θα επιστρέψουμε αμέσως οποιαδήποτε ανταπόδοση έχει ήδη καταβάλει ο αγοραστής. Μη διαθεσιμότητα της υπηρεσίας συντρέχει, για παράδειγμα, σε περίπτωση μη έγκαιρης προμήθειας από τον προμηθευτή μας, εφόσον έχουμε συνάψει αντίστοιχη συναλλαγή κάλυψης, σε περίπτωση άλλων διαταραχών στην αλυσίδα εφοδιασμού, όπως λόγω ανωτέρας βίας, ή εάν, σε μεμονωμένες περιπτώσεις, δεν είμαστε υποχρεωμένοι να προμηθευτούμε το προϊόν.
(3) Η έναρξη της καθυστέρησης παράδοσης από την πλευρά μας καθορίζεται σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, απαιτείται προειδοποίηση από τον αγοραστή. Εάν καθυστερήσουμε στην παράδοση, ο αγοραστής μπορεί να απαιτήσει κατ’ αποκοπή αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη λόγω της καθυστέρησης. Το κατ’ αποκοπή ποσό αποζημίωσης ανέρχεται, για κάθε ολοκληρωμένη ημερολογιακή εβδομάδα καθυστέρησης, στο 0,5% της καθαρής τιμής (αξία παράδοσης), με ανώτατο όριο, ωστόσο, το 5% της αξίας παράδοσης των εμπορευμάτων που παραδόθηκαν με καθυστέρηση. Διατηρούμε το δικαίωμα να αποδείξουμε ότι ο αγοραστής δεν υπέστη καμία ζημία ή υπέστη ζημία σημαντικά μικρότερη από το ανωτέρω κατ’ αποκοπή ποσό.
(4) Τα δικαιώματα του αγοραστή σύμφωνα με το § 8 των παρόντων ΓΟΠ και τα νόμιμα δικαιώματά μας, ιδίως σε περίπτωση εξαίρεσης της υποχρέωσης εκπλήρωσης (π.χ. λόγω αδυναμίας ή αδικαιολόγητης επιβάρυνσης της εκπλήρωσης και/ή επανορθωτικής εκπλήρωσης), παραμένουν ανεπηρέαστα.
§ 4 Παράδοση, μεταβίβαση του κινδύνου, παραλαβή, καθυστέρηση παραλαβής
(1) Η παράδοση πραγματοποιείται από την αποθήκη, η οποία αποτελεί επίσης τον τόπο εκπλήρωσης της παράδοσης και της ενδεχόμενης επανορθωτικής εκπλήρωσης. Κατόπιν αιτήματος και με έξοδα του αγοραστή, τα εμπορεύματα αποστέλλονται σε άλλο τόπο προορισμού (πώληση με αποστολή). Εκτός εάν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά, έχουμε το δικαίωμα να καθορίζουμε εμείς οι ίδιοι τον τρόπο αποστολής (ιδίως τη μεταφορική εταιρεία, τη διαδρομή αποστολής, τη συσκευασία).
Οι παραδόσεις από την ÖMA Beer GmbH πραγματοποιούνται δύο φορές την εβδομάδα. Άλλοι ρυθμοί παράδοσης απαιτούν ξεχωριστές γραπτές συμφωνίες και μπορούν να προσφέρονται από την ÖMA Beer GmbH, υπό όρους διαφορετικούς από τους κατωτέρω αναφερόμενους. Η ελάχιστη ποσότητα παραγγελίας ανέρχεται σε 50 kg. Από ποσότητα παραγγελίας 300 kg και άνω, τα έξοδα αποστολής, τα οποία αντιστοιχούν στο τρέχον τιμολόγιο μεταφορικών (€/kg) της ÖMA Beer GmbH, δεν χρεώνονται και η παράδοση πραγματοποιείται χωρίς μεταφορικά έξοδα. Η παράδοση πραγματοποιείται από την αποθήκη, η οποία αποτελεί επίσης τον τόπο εκπλήρωσης της παράδοσης και τυχόν μεταγενέστερης εκπλήρωσης. Για παραδόσεις εκτός της ομοσπονδιακής επικράτειας, τα έξοδα μεταφοράς διαπραγματεύονται ξεχωριστά ανά περίπτωση και καθορίζονται εγγράφως. Η παράδοση στην ÖMA Beer GmbH πρέπει, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά εγγράφως, να πραγματοποιείται «ελεύθερα στο σπίτι».
Οι προωθητικές ενέργειες και άλλες ξεχωριστές συμφωνίες μάρκετινγκ μπορούν να υλοποιηθούν μόνο με προθεσμία παραγγελίας τουλάχιστον 14 ημερών. Οι εκάστοτε παραγγελθείσες ποσότητες πρέπει να παραληφθούν τουλάχιστον σε ποσοστό 85%.
(2) Ο κίνδυνος τυχαίας απώλειας και τυχαίας αλλοίωσης των εμπορευμάτων μεταβιβάζεται στον αγοραστή το αργότερο κατά την παράδοση. Ωστόσο, σε περίπτωση πώλησης με αποστολή, ο κίνδυνος τυχαίας απώλειας και τυχαίας αλλοίωσης των εμπορευμάτων, καθώς και ο κίνδυνος καθυστέρησης, μεταβιβάζεται ήδη με την παράδοση των εμπορευμάτων στον μεταφορέα, στον φορέα μεταφοράς ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή φορέα που έχει οριστεί για την εκτέλεση της αποστολής. Εφόσον έχει συμφωνηθεί παραλαβή, αυτή είναι καθοριστική για τη μεταβίβαση του κινδύνου. Επιπλέον, για τη συμφωνηθείσα παραλαβή ισχύουν αναλόγως οι νομικές διατάξεις του δικαίου των συμβάσεων εργασίας. Η παράδοση ή η παραλαβή θεωρείται ότι έχει πραγματοποιηθεί, ακόμη και αν ο αγοραστής βρίσκεται σε υστέρηση παραλαβής.
(3) Εάν ο αγοραστής βρίσκεται σε υστέρηση παραλαβής, παραλείψει να συνεργαστεί ή η παράδοσή μας καθυστερήσει για άλλους λόγους για τους οποίους ευθύνεται ο αγοραστής, έχουμε το δικαίωμα να απαιτήσουμε αποζημίωση για τη ζημία που προκύπτει από αυτό, συμπεριλαμβανομένων των επιπλέον εξόδων (π.χ. έξοδα αποθήκευσης). Για το σκοπό αυτό, χρεώνουμε μια κατ’ αποκοπή αποζημίωση ύψους 100 ευρώ ανά ημερολογιακή ημέρα, η οποία αρχίζει να υπολογίζεται από την προθεσμία παράδοσης ή – ελλείψει προθεσμίας παράδοσης – από την κοινοποίηση της ετοιμότητας αποστολής των εμπορευμάτων.
Η απόδειξη μεγαλύτερης ζημίας και οι νόμιμες αξιώσεις μας (ιδίως η αποζημίωση για επιπλέον έξοδα, η εύλογη αποζημίωση, η καταγγελία) παραμένουν ανεπηρέαστες· ωστόσο, το κατ’ αποκοπή ποσό θα αφαιρείται από τυχόν περαιτέρω χρηματικές αξιώσεις. Ο αγοραστής έχει το δικαίωμα να αποδείξει ότι δεν υπέστημε καμία ζημία ή ότι η ζημία που υπέστημε ήταν σημαντικά μικρότερη από το ανωτέρω κατ’ αποκοπή ποσό.
Οι παραδόσεις από την ÖMA Beer GmbH πραγματοποιούνται δύο φορές την εβδομάδα. Άλλοι ρυθμοί παράδοσης απαιτούν ξεχωριστές γραπτές συμφωνίες και μπορούν να προσφέρονται από την ÖMA Beer GmbH, υπό όρους διαφορετικούς από τους κατωτέρω αναφερόμενους. Η ελάχιστη ποσότητα παραγγελίας ανέρχεται σε 50 kg. Από ποσότητα παραγγελίας 300 kg και άνω, τα έξοδα αποστολής, τα οποία αντιστοιχούν στο τρέχον τιμολόγιο μεταφορικών (€/kg) της ÖMA Beer GmbH, δεν χρεώνονται και η παράδοση πραγματοποιείται χωρίς μεταφορικά έξοδα. Η παράδοση πραγματοποιείται από την αποθήκη, η οποία αποτελεί επίσης τον τόπο εκπλήρωσης της παράδοσης και τυχόν μεταγενέστερης εκπλήρωσης. Για παραδόσεις εκτός της ομοσπονδιακής επικράτειας, τα έξοδα μεταφοράς διαπραγματεύονται ξεχωριστά ανά περίπτωση και καθορίζονται εγγράφως. Η παράδοση στην ÖMA Beer GmbH πρέπει, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά εγγράφως, να πραγματοποιείται «ελεύθερα στο σπίτι».
Οι προωθητικές ενέργειες και άλλες ξεχωριστές συμφωνίες μάρκετινγκ μπορούν να υλοποιηθούν μόνο με προθεσμία παραγγελίας τουλάχιστον 14 ημερών. Οι εκάστοτε παραγγελθείσες ποσότητες πρέπει να παραληφθούν τουλάχιστον σε ποσοστό 85%.
(2) Ο κίνδυνος τυχαίας απώλειας και τυχαίας αλλοίωσης των εμπορευμάτων μεταβιβάζεται στον αγοραστή το αργότερο κατά την παράδοση. Ωστόσο, σε περίπτωση πώλησης με αποστολή, ο κίνδυνος τυχαίας απώλειας και τυχαίας αλλοίωσης των εμπορευμάτων, καθώς και ο κίνδυνος καθυστέρησης, μεταβιβάζεται ήδη με την παράδοση των εμπορευμάτων στον μεταφορέα, στον φορέα μεταφοράς ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή φορέα που έχει οριστεί για την εκτέλεση της αποστολής. Εφόσον έχει συμφωνηθεί παραλαβή, αυτή είναι καθοριστική για τη μεταβίβαση του κινδύνου. Επιπλέον, για τη συμφωνηθείσα παραλαβή ισχύουν αναλόγως οι νομικές διατάξεις του δικαίου των συμβάσεων εργασίας. Η παράδοση ή η παραλαβή θεωρείται ότι έχει πραγματοποιηθεί, ακόμη και αν ο αγοραστής βρίσκεται σε υστέρηση παραλαβής.
(3) Εάν ο αγοραστής βρίσκεται σε υστέρηση παραλαβής, παραλείψει να συνεργαστεί ή η παράδοσή μας καθυστερήσει για άλλους λόγους για τους οποίους ευθύνεται ο αγοραστής, έχουμε το δικαίωμα να απαιτήσουμε αποζημίωση για τη ζημία που προκύπτει από αυτό, συμπεριλαμβανομένων των επιπλέον εξόδων (π.χ. έξοδα αποθήκευσης). Για το σκοπό αυτό, χρεώνουμε μια κατ’ αποκοπή αποζημίωση ύψους 100 ευρώ ανά ημερολογιακή ημέρα, η οποία αρχίζει να υπολογίζεται από την προθεσμία παράδοσης ή – ελλείψει προθεσμίας παράδοσης – από την κοινοποίηση της ετοιμότητας αποστολής των εμπορευμάτων.
Η απόδειξη μεγαλύτερης ζημίας και οι νόμιμες αξιώσεις μας (ιδίως η αποζημίωση για επιπλέον έξοδα, η εύλογη αποζημίωση, η καταγγελία) παραμένουν ανεπηρέαστες· ωστόσο, το κατ’ αποκοπή ποσό θα αφαιρείται από τυχόν περαιτέρω χρηματικές αξιώσεις. Ο αγοραστής έχει το δικαίωμα να αποδείξει ότι δεν υπέστημε καμία ζημία ή ότι η ζημία που υπέστημε ήταν σημαντικά μικρότερη από το ανωτέρω κατ’ αποκοπή ποσό.
§ 5 Τιμές και όροι πληρωμής
(1) Εκτός εάν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ισχύουν οι τιμές μας που είναι σε ισχύ κατά τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης, και συγκεκριμένα εκ του αποθηκευτικού χώρου, συν τον νόμιμο φόρο προστιθέμενης αξίας.
(2) Σε περίπτωση πώλησης με αποστολή (§ 4 παρ. 1), ο αγοραστής αναλαμβάνει τα έξοδα μεταφοράς εκ του αποθηκευτικού χώρου καθώς και τα έξοδα τυχόν ασφάλισης μεταφοράς που ενδεχομένως ζητήσει ο ίδιος. Εφόσον δεν τιμολογήσουμε τα έξοδα μεταφοράς που πράγματι προέκυψαν σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση, θεωρείται συμφωνημένο ένα κατ’ αποκοπή ποσό για τα έξοδα μεταφοράς (εξαιρουμένης της ασφάλειας μεταφοράς) ύψους 300 ευρώ. Τυχόν δασμούς, τέλη, φόρους και λοιπές δημόσιες εισφορές βαρύνουν τον αγοραστή.
(3) Η τιμή αγοράς καθίσταται απαιτητή και πρέπει να καταβληθεί εντός 14 ημερών από την έκδοση του τιμολογίου και την παράδοση ή την παραλαβή των εμπορευμάτων. Ωστόσο, έχουμε το δικαίωμα, ακόμη και στο πλαίσιο μιας υφιστάμενης εμπορικής σχέσης, να πραγματοποιήσουμε ανά πάσα στιγμή μια παράδοση, εν όλω ή εν μέρει, μόνο έναντι προπληρωμής. Διατυπώνουμε την αντίστοιχη επιφύλαξη το αργότερο με την επιβεβαίωση της παραγγελίας.
(4) Με τη λήξη της ανωτέρω προθεσμίας πληρωμής, ο αγοραστής καθίσταται υπερήμερος. Κατά τη διάρκεια της υπερημερίας, η τιμή αγοράς επιβαρύνεται με τόκους υπερημερίας σύμφωνα με το εκάστοτε ισχύον νόμιμο επιτόκιο. Διατηρούμε το δικαίωμα να διεκδικήσουμε περαιτέρω αποζημίωση λόγω υπερημερίας. Έναντι εμπορικών υποκειμένων, το δικαίωμά μας για εμπορικούς τόκους λήξης (§ 353 HGB) παραμένει ανεπηρέαστο.
(5) Ο αγοραστής δικαιούται δικαιώματα συμψηφισμού ή παρακράτησης μόνο στο βαθμό που η αξίωσή του έχει διαπιστωθεί τελεσίδικα ή είναι αδιαμφισβήτητη. Σε περίπτωση ελαττωμάτων της παράδοσης, τα αντίθετα δικαιώματα του αγοραστή παραμένουν ανεπηρέαστα, ιδίως σύμφωνα με το § 7 παρ. 6 εδάφιο 2 των παρόντων Γενικών Όρων Πώλησης.
(6) Εάν μετά τη σύναψη της σύμβασης καταστεί προφανές (π.χ. μέσω αίτησης για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας) ότι η απαίτησή μας για την καταβολή της τιμής αγοράς διακυβεύεται λόγω έλλειψης πληρωμής εκ μέρους του αγοραστή, τότε δικαιούμαστε, σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις, να αρνηθούμε την εκπλήρωση της υποχρέωσής μας και – ενδεχομένως μετά από την ορισμό προθεσμίας – να υπαναχωρήσουμε από τη σύμβαση (§ 321 BGB). Σε συμβάσεις που αφορούν την κατασκευή μη αντικαταστάσιμων αντικειμένων (εξατομικευμένες παραγγελίες), μπορούμε να δηλώσουμε την υπαναχώρηση αμέσως· οι νομικές διατάξεις σχετικά με τη δυνατότητα παράλειψης της θέσπισης προθεσμίας παραμένουν ανεπηρέαστες.
(2) Σε περίπτωση πώλησης με αποστολή (§ 4 παρ. 1), ο αγοραστής αναλαμβάνει τα έξοδα μεταφοράς εκ του αποθηκευτικού χώρου καθώς και τα έξοδα τυχόν ασφάλισης μεταφοράς που ενδεχομένως ζητήσει ο ίδιος. Εφόσον δεν τιμολογήσουμε τα έξοδα μεταφοράς που πράγματι προέκυψαν σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση, θεωρείται συμφωνημένο ένα κατ’ αποκοπή ποσό για τα έξοδα μεταφοράς (εξαιρουμένης της ασφάλειας μεταφοράς) ύψους 300 ευρώ. Τυχόν δασμούς, τέλη, φόρους και λοιπές δημόσιες εισφορές βαρύνουν τον αγοραστή.
(3) Η τιμή αγοράς καθίσταται απαιτητή και πρέπει να καταβληθεί εντός 14 ημερών από την έκδοση του τιμολογίου και την παράδοση ή την παραλαβή των εμπορευμάτων. Ωστόσο, έχουμε το δικαίωμα, ακόμη και στο πλαίσιο μιας υφιστάμενης εμπορικής σχέσης, να πραγματοποιήσουμε ανά πάσα στιγμή μια παράδοση, εν όλω ή εν μέρει, μόνο έναντι προπληρωμής. Διατυπώνουμε την αντίστοιχη επιφύλαξη το αργότερο με την επιβεβαίωση της παραγγελίας.
(4) Με τη λήξη της ανωτέρω προθεσμίας πληρωμής, ο αγοραστής καθίσταται υπερήμερος. Κατά τη διάρκεια της υπερημερίας, η τιμή αγοράς επιβαρύνεται με τόκους υπερημερίας σύμφωνα με το εκάστοτε ισχύον νόμιμο επιτόκιο. Διατηρούμε το δικαίωμα να διεκδικήσουμε περαιτέρω αποζημίωση λόγω υπερημερίας. Έναντι εμπορικών υποκειμένων, το δικαίωμά μας για εμπορικούς τόκους λήξης (§ 353 HGB) παραμένει ανεπηρέαστο.
(5) Ο αγοραστής δικαιούται δικαιώματα συμψηφισμού ή παρακράτησης μόνο στο βαθμό που η αξίωσή του έχει διαπιστωθεί τελεσίδικα ή είναι αδιαμφισβήτητη. Σε περίπτωση ελαττωμάτων της παράδοσης, τα αντίθετα δικαιώματα του αγοραστή παραμένουν ανεπηρέαστα, ιδίως σύμφωνα με το § 7 παρ. 6 εδάφιο 2 των παρόντων Γενικών Όρων Πώλησης.
(6) Εάν μετά τη σύναψη της σύμβασης καταστεί προφανές (π.χ. μέσω αίτησης για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας) ότι η απαίτησή μας για την καταβολή της τιμής αγοράς διακυβεύεται λόγω έλλειψης πληρωμής εκ μέρους του αγοραστή, τότε δικαιούμαστε, σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις, να αρνηθούμε την εκπλήρωση της υποχρέωσής μας και – ενδεχομένως μετά από την ορισμό προθεσμίας – να υπαναχωρήσουμε από τη σύμβαση (§ 321 BGB). Σε συμβάσεις που αφορούν την κατασκευή μη αντικαταστάσιμων αντικειμένων (εξατομικευμένες παραγγελίες), μπορούμε να δηλώσουμε την υπαναχώρηση αμέσως· οι νομικές διατάξεις σχετικά με τη δυνατότητα παράλειψης της θέσπισης προθεσμίας παραμένουν ανεπηρέαστες.
§ 6 Επιφύλαξη ιδιοκτησίας
(1) Μέχρι την πλήρη εξόφληση όλων των τρεχουσών και μελλοντικών απαιτήσεών μας που απορρέουν από τη σύμβαση πώλησης και από μια υφιστάμενη εμπορική σχέση (εξασφαλισμένες απαιτήσεις), διατηρούμε την κυριότητα των πωληθέντων εμπορευμάτων.
(2) Τα εμπορεύματα που υπόκεινται σε επιφύλαξη κυριότητας δεν επιτρέπεται να ενεχυριαστούν σε τρίτους ούτε να μεταβιβαστούν ως εγγύηση πριν από την πλήρη εξόφληση των εξασφαλισμένων απαιτήσεων. Ο αγοραστής οφείλει να μας ενημερώσει αμέσως εγγράφως σε περίπτωση υποβολής αίτησης για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας ή σε περίπτωση που τρίτοι (π.χ. κατασχέσεις) ασκήσουν δικαιώματα επί των εμπορευμάτων που μας ανήκουν.
(3) Σε περίπτωση συμπεριφοράς του αγοραστή που αντιβαίνει στις συμβατικές υποχρεώσεις, ιδίως σε περίπτωση μη πληρωμής της οφειλόμενης τιμής αγοράς, έχουμε το δικαίωμα, σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις, να υπαναχωρήσουμε από τη σύμβαση ή/και να απαιτήσουμε την παράδοση των εμπορευμάτων βάσει της επιφύλαξης κυριότητας. Το αίτημα παράδοσης δεν συνεπάγεται ταυτόχρονα τη δήλωση υπαναχώρησης· αντίθετα, έχουμε το δικαίωμα να απαιτήσουμε απλώς την παράδοση των εμπορευμάτων και να διατηρούμε το δικαίωμα υπαναχώρησης. Εάν ο αγοραστής δεν καταβάλει το οφειλόμενο τίμημα, μπορούμε να ασκήσουμε τα δικαιώματα αυτά μόνο εφόσον έχουμε προηγουμένως ορίσει στον αγοραστή, χωρίς αποτέλεσμα, εύλογη προθεσμία πληρωμής ή εφόσον ο καθορισμός τέτοιας προθεσμίας δεν απαιτείται σύμφωνα με τις νομοθετικές διατάξεις.
(4) Ο αγοραστής δικαιούται, μέχρι ανάκλησης σύμφωνα με το σημείο (c) παρακάτω, να μεταπωλήσει και/ή να μεταποιήσει τα εμπορεύματα που υπόκεινται σε επιφύλαξη κυριότητας στο πλαίσιο της κανονικής επιχειρηματικής δραστηριότητας. Στην περίπτωση αυτή, ισχύουν συμπληρωματικά οι ακόλουθες διατάξεις.
(α) Η επιφύλαξη κυριότητας εκτείνεται στα προϊόντα που προκύπτουν από την επεξεργασία, την ανάμειξη ή τη σύνδεση των εμπορευμάτων μας, στην πλήρη αξία τους, οπότε θεωρούμαστε ως κατασκευαστές. Εάν, κατά την επεξεργασία, την ανάμειξη ή τη σύνδεση με εμπορεύματα τρίτων, παραμένει το δικαίωμα κυριότητας των τρίτων, αποκτούμε συνιδιοκτησία αναλογικά με τις τιμές τιμολογίου των επεξεργασμένων, αναμεμειγμένων ή συνδεδεμένων εμπορευμάτων. Κατά τα λοιπά, για το προϊόν που προκύπτει ισχύουν τα ίδια όσα και για τα εμπορεύματα που παραδόθηκαν με επιφύλαξη κυριότητας.
(β) Ο αγοραστής εκχωρεί προς εμάς ως εγγύηση, ήδη από τώρα, το σύνολο των απαιτήσεων έναντι τρίτων που προκύπτουν από τη μεταπώληση των εμπορευμάτων ή του προϊόντος, ή το τμήμα τους που αντιστοιχεί στο ενδεχόμενο μερίδιο συνιδιοκτησίας μας, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο. Αποδεχόμαστε την εκχώρηση. Οι υποχρεώσεις του αγοραστή που αναφέρονται στην παράγραφο 2 ισχύουν και σε σχέση με τις εκχωρηθείσες απαιτήσεις.
(γ) Ο αγοραστής παραμένει εξουσιοδοτημένος, παράλληλα με εμάς, για την είσπραξη της απαίτησης. Δεσμευόμαστε να μην εισπράξουμε την απαίτηση, εφόσον ο αγοραστής εκπληρώνει τις υποχρεώσεις πληρωμής του έναντι μας, δεν υπάρχει έλλειψη ικανότητας εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του και δεν κάνουμε χρήση της επιφύλαξης κυριότητας ασκώντας δικαίωμα σύμφωνα με την παράγραφο 3. Εάν, ωστόσο, συμβεί αυτό, μπορούμε να απαιτήσουμε από τον αγοραστή να μας γνωστοποιήσει τις εκχωρηθείσες απαιτήσεις και τους οφειλέτες τους, να παράσχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για την είσπραξη, να παραδώσει τα σχετικά έγγραφα και να γνωστοποιήσει την εκχώρηση στους οφειλέτες (τρίτους). Επιπλέον, στην περίπτωση αυτή, έχουμε το δικαίωμα να ανακαλέσουμε την εξουσία του αγοραστή να προβαίνει σε περαιτέρω πώληση και μεταποίηση των εμπορευμάτων που υπόκεινται σε επιφύλαξη κυριότητας.
(δ) Εάν η ρευστοποιήσιμη αξία των εξασφαλίσεων υπερβαίνει τις απαιτήσεις μας κατά περισσότερο από 10%, θα αποδεσμεύσουμε, κατόπιν αιτήματος του αγοραστή, εξασφαλίσεις της επιλογής μας.
(2) Τα εμπορεύματα που υπόκεινται σε επιφύλαξη κυριότητας δεν επιτρέπεται να ενεχυριαστούν σε τρίτους ούτε να μεταβιβαστούν ως εγγύηση πριν από την πλήρη εξόφληση των εξασφαλισμένων απαιτήσεων. Ο αγοραστής οφείλει να μας ενημερώσει αμέσως εγγράφως σε περίπτωση υποβολής αίτησης για την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας ή σε περίπτωση που τρίτοι (π.χ. κατασχέσεις) ασκήσουν δικαιώματα επί των εμπορευμάτων που μας ανήκουν.
(3) Σε περίπτωση συμπεριφοράς του αγοραστή που αντιβαίνει στις συμβατικές υποχρεώσεις, ιδίως σε περίπτωση μη πληρωμής της οφειλόμενης τιμής αγοράς, έχουμε το δικαίωμα, σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις, να υπαναχωρήσουμε από τη σύμβαση ή/και να απαιτήσουμε την παράδοση των εμπορευμάτων βάσει της επιφύλαξης κυριότητας. Το αίτημα παράδοσης δεν συνεπάγεται ταυτόχρονα τη δήλωση υπαναχώρησης· αντίθετα, έχουμε το δικαίωμα να απαιτήσουμε απλώς την παράδοση των εμπορευμάτων και να διατηρούμε το δικαίωμα υπαναχώρησης. Εάν ο αγοραστής δεν καταβάλει το οφειλόμενο τίμημα, μπορούμε να ασκήσουμε τα δικαιώματα αυτά μόνο εφόσον έχουμε προηγουμένως ορίσει στον αγοραστή, χωρίς αποτέλεσμα, εύλογη προθεσμία πληρωμής ή εφόσον ο καθορισμός τέτοιας προθεσμίας δεν απαιτείται σύμφωνα με τις νομοθετικές διατάξεις.
(4) Ο αγοραστής δικαιούται, μέχρι ανάκλησης σύμφωνα με το σημείο (c) παρακάτω, να μεταπωλήσει και/ή να μεταποιήσει τα εμπορεύματα που υπόκεινται σε επιφύλαξη κυριότητας στο πλαίσιο της κανονικής επιχειρηματικής δραστηριότητας. Στην περίπτωση αυτή, ισχύουν συμπληρωματικά οι ακόλουθες διατάξεις.
(α) Η επιφύλαξη κυριότητας εκτείνεται στα προϊόντα που προκύπτουν από την επεξεργασία, την ανάμειξη ή τη σύνδεση των εμπορευμάτων μας, στην πλήρη αξία τους, οπότε θεωρούμαστε ως κατασκευαστές. Εάν, κατά την επεξεργασία, την ανάμειξη ή τη σύνδεση με εμπορεύματα τρίτων, παραμένει το δικαίωμα κυριότητας των τρίτων, αποκτούμε συνιδιοκτησία αναλογικά με τις τιμές τιμολογίου των επεξεργασμένων, αναμεμειγμένων ή συνδεδεμένων εμπορευμάτων. Κατά τα λοιπά, για το προϊόν που προκύπτει ισχύουν τα ίδια όσα και για τα εμπορεύματα που παραδόθηκαν με επιφύλαξη κυριότητας.
(β) Ο αγοραστής εκχωρεί προς εμάς ως εγγύηση, ήδη από τώρα, το σύνολο των απαιτήσεων έναντι τρίτων που προκύπτουν από τη μεταπώληση των εμπορευμάτων ή του προϊόντος, ή το τμήμα τους που αντιστοιχεί στο ενδεχόμενο μερίδιο συνιδιοκτησίας μας, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο. Αποδεχόμαστε την εκχώρηση. Οι υποχρεώσεις του αγοραστή που αναφέρονται στην παράγραφο 2 ισχύουν και σε σχέση με τις εκχωρηθείσες απαιτήσεις.
(γ) Ο αγοραστής παραμένει εξουσιοδοτημένος, παράλληλα με εμάς, για την είσπραξη της απαίτησης. Δεσμευόμαστε να μην εισπράξουμε την απαίτηση, εφόσον ο αγοραστής εκπληρώνει τις υποχρεώσεις πληρωμής του έναντι μας, δεν υπάρχει έλλειψη ικανότητας εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του και δεν κάνουμε χρήση της επιφύλαξης κυριότητας ασκώντας δικαίωμα σύμφωνα με την παράγραφο 3. Εάν, ωστόσο, συμβεί αυτό, μπορούμε να απαιτήσουμε από τον αγοραστή να μας γνωστοποιήσει τις εκχωρηθείσες απαιτήσεις και τους οφειλέτες τους, να παράσχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για την είσπραξη, να παραδώσει τα σχετικά έγγραφα και να γνωστοποιήσει την εκχώρηση στους οφειλέτες (τρίτους). Επιπλέον, στην περίπτωση αυτή, έχουμε το δικαίωμα να ανακαλέσουμε την εξουσία του αγοραστή να προβαίνει σε περαιτέρω πώληση και μεταποίηση των εμπορευμάτων που υπόκεινται σε επιφύλαξη κυριότητας.
(δ) Εάν η ρευστοποιήσιμη αξία των εξασφαλίσεων υπερβαίνει τις απαιτήσεις μας κατά περισσότερο από 10%, θα αποδεσμεύσουμε, κατόπιν αιτήματος του αγοραστή, εξασφαλίσεις της επιλογής μας.
§ 7 Αξιώσεις του αγοραστή λόγω ελαττωμάτων
(1) Όσον αφορά τα δικαιώματα του αγοραστή σε περίπτωση υλικών και νομικών ελαττωμάτων (συμπεριλαμβανομένων των εσφαλμένων ή ελλιπών παραδόσεων, καθώς και της ακατάλληλης συναρμολόγησης/εγκατάστασης ή των ελλιπών οδηγιών), ισχύουν οι νομοθετικές διατάξεις, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά παρακάτω. Σε κάθε περίπτωση, δεν επηρεάζονται οι νομικές διατάξεις σχετικά με την πώληση καταναλωτικών αγαθών (άρθρα 474 και επόμενα του Γερμανικού Αστικού Κώδικα (BGB)) και τα δικαιώματα του αγοραστή που απορρέουν από ξεχωριστές εγγυήσεις, ιδίως εκ μέρους του κατασκευαστή.
(2) Βάση της ευθύνης μας για ελαττώματα αποτελεί κυρίως η συμφωνία που έχει συναφθεί σχετικά με την ποιότητα και την προβλεπόμενη χρήση του προϊόντος (συμπεριλαμβανομένων των εξαρτημάτων και των οδηγιών χρήσης). Ως συμφωνία σχετικά με τις ιδιότητες, υπό την έννοια αυτή, θεωρούνται όλες οι περιγραφές προϊόντων και οι πληροφορίες του κατασκευαστή, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο της εκάστοτε σύμβασης ή είχαν δημοσιοποιηθεί από εμάς (ιδίως σε καταλόγους ή στην ιστοσελίδα μας) κατά τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης. Στον βαθμό που δεν έχει συμφωνηθεί η ποιότητα, πρέπει να κριθεί σύμφωνα με τις νομοθετικές διατάξεις εάν υφίσταται ή όχι ελάττωμα (άρθρο 434, παράγραφος 3 του Γερμανικού Αστικού Κώδικα (BGB)). Οι δημόσιες δηλώσεις του κατασκευαστή ή εκ μέρους του, ιδίως στη διαφήμιση ή στην ετικέτα του προϊόντος, υπερισχύουν των δηλώσεων άλλων τρίτων.
(3) Όσον αφορά προϊόντα με ψηφιακά στοιχεία ή άλλο ψηφιακό περιεχόμενο, οφείλουμε τη διάθεση και, ενδεχομένως, την επικαιροποίηση του ψηφιακού περιεχομένου μόνο στο βαθμό που αυτό προκύπτει ρητά από συμφωνία σχετικά με την ποιότητα σύμφωνα με την παράγραφο 2. Δεν αναλαμβάνουμε καμία ευθύνη για δημόσιες δηλώσεις του κατασκευαστή και άλλων τρίτων ως προς αυτό.
(4) Κατ’ αρχήν, δεν ευθυνόμαστε για ελαττώματα τα οποία ο αγοραστής γνωρίζει κατά τη σύναψη της σύμβασης ή δεν γνωρίζει λόγω βαριάς αμέλειας (άρθρο 442 του Γερμανικού Αστικού Κώδικα (BGB)). Επιπλέον, οι αξιώσεις του αγοραστή για ελαττώματα προϋποθέτουν ότι έχει εκπληρώσει τις νόμιμες υποχρεώσεις του ως προς τον έλεγχο και τη γνωστοποίηση (άρθρα 377, 381 του Γερμανικού Εμπορικού Κώδικα (HGB)). Στην περίπτωση δομικών υλικών και άλλων εμπορευμάτων που προορίζονται για εγκατάσταση ή περαιτέρω επεξεργασία, ο έλεγχος πρέπει σε κάθε περίπτωση να πραγματοποιείται αμέσως πριν από την επεξεργασία. Εάν διαπιστωθεί ελάττωμα κατά την παράδοση, τον έλεγχο ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρονικό σημείο, αυτό πρέπει να μας γνωστοποιηθεί αμέσως γραπτώς. Σε κάθε περίπτωση, τα προφανή ελαττώματα πρέπει να γνωστοποιούνται εγγράφως εντός 2 εργάσιμων ημερών από την παράδοση, ενώ τα ελαττώματα που δεν είναι αναγνωρίσιμα κατά τον έλεγχο πρέπει να γνωστοποιούνται εγγράφως εντός της ίδιας προθεσμίας από την ανακάλυψή τους. Εάν ο αγοραστής παραλείψει τον ορθό έλεγχο και/ή τη γνωστοποίηση των ελαττωμάτων, αποκλείεται η ευθύνη μας για το ελάττωμα που δεν γνωστοποιήθηκε ή δεν γνωστοποιήθηκε εγκαίρως ή δεν γνωστοποιήθηκε ορθά, σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις.
(5) Εάν το παραδοθέν προϊόν είναι ελαττωματικό, μπορούμε αρχικά να επιλέξουμε εάν θα προβούμε σε επανορθωτική εκπλήρωση μέσω της αποκατάστασης του ελαττώματος (επισκευή) ή μέσω της παράδοσης ενός προϊόντος χωρίς ελαττώματα (αντικατάσταση). Εάν ο τρόπος επανορθωτικής εκπλήρωσης που επιλέξαμε είναι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, απαράδεκτος για τον αγοραστή, αυτός μπορεί να τον απορρίψει. Το δικαίωμά μας να αρνηθούμε την επανορθωτική εκπλήρωση σύμφωνα με τις νόμιμες προϋποθέσεις παραμένει ανεπηρέαστο.
(6) Έχουμε το δικαίωμα να εξαρτήσουμε την οφειλόμενη επανορθωτική εκπλήρωση από την καταβολή της οφειλόμενης τιμής αγοράς εκ μέρους του αγοραστή. Ωστόσο, ο αγοραστής έχει το δικαίωμα να παρακρατήσει μέρος της τιμής αγοράς που είναι αναλογικό προς το ελάττωμα.
(7) Ο αγοραστής οφείλει να μας παράσχει τον απαιτούμενο χρόνο και την ευκαιρία για την οφειλόμενη επανορθωτική εκπλήρωση, ιδίως να μας παραδώσει το προϊόν για το οποίο έχει διατυπωθεί η καταγγελία, για σκοπούς ελέγχου. Σε περίπτωση αντικατάστασης, ο αγοραστής οφείλει να μας επιστρέψει το ελαττωματικό προϊόν κατόπιν αιτήματός μας, σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις· ωστόσο, ο αγοραστής δεν έχει δικαίωμα επιστροφής. Η επανορθωτική εκπλήρωση δεν περιλαμβάνει ούτε την αποσυναρμολόγηση, την αφαίρεση ή την απεγκατάσταση του ελαττωματικού προϊόντος, ούτε την τοποθέτηση, την προσάρτηση ή την εγκατάσταση ενός προϊόντος χωρίς ελαττώματα, εφόσον αρχικά δεν είχαμε υποχρέωση για τις εν λόγω υπηρεσίες· οι αξιώσεις του αγοραστή για αποζημίωση των αντίστοιχων εξόδων («έξοδα αποσυναρμολόγησης και τοποθέτησης») παραμένουν ανεπηρέαστες.
(8) Τα έξοδα που απαιτούνται για τον έλεγχο και την επανορθωτική εκπλήρωση, ιδίως τα έξοδα μεταφοράς, μετακίνησης, εργασίας και υλικών, τα αναλαμβάνουμε ή τα αποζημιώνουμε σύμφωνα με τις νομοθετικές διατάξεις και τους παρόντες Γενικούς Όρους Πώλησης, εφόσον πράγματι υφίσταται ελάττωμα. Σε αντίθετη περίπτωση, μπορούμε να απαιτήσουμε από τον αγοραστή την αποζημίωση των εξόδων που προέκυψαν από το αδικαιολόγητο αίτημα αποκατάστασης του ελαττώματος, εάν ο αγοραστής γνώριζε ή θα μπορούσε να αναγνωρίσει ότι πράγματι δεν υφίσταται ελάττωμα.
(9) Σε επείγουσες περιπτώσεις, π.χ. σε περίπτωση κινδύνου για την ασφάλεια της λειτουργίας ή για την αποτροπή δυσανάλογων ζημιών, ο αγοραστής έχει το δικαίωμα να αποκαταστήσει ο ίδιος το ελάττωμα και να απαιτήσει από εμάς την αποζημίωση των αντικειμενικά απαραίτητων δαπανών για τον σκοπό αυτό. Πρέπει να ενημερωθούμε αμέσως, κατά το δυνατόν εκ των προτέρων, για μια τέτοια αυτο-αποκατάσταση. Το δικαίωμα αυτοδιόρθωσης δεν υφίσταται, εάν είχαμε το δικαίωμα να αρνηθούμε την αντίστοιχη επανορθωτική εκπλήρωση σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις.
(10) Εάν μια εύλογη προθεσμία που πρέπει να ορίσει ο αγοραστής για την επανορθωτική εκπλήρωση έχει λήξει χωρίς αποτέλεσμα ή δεν απαιτείται σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις, ο αγοραστής μπορεί, σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση πώλησης ή να μειώσει την τιμή αγοράς. Ωστόσο, σε περίπτωση ασήμαντου ελαττώματος, δεν υφίσταται δικαίωμα υπαναχώρησης.
(11) Αποκλείονται οι αξιώσεις του αγοραστή για αποζημίωση εξόδων σύμφωνα με το § 445a παρ. 1 του BGB, εκτός εάν η τελευταία σύμβαση στην αλυσίδα εφοδιασμού αποτελεί αγορά καταναλωτικών αγαθών ( §§ 478 , 474 BGB) ή σύμβαση καταναλωτή για την παροχή ψηφιακών προϊόντων ( §§ 445c εδάφιο 2 , 327 παρ. 5, 327u BGB). Οι αξιώσεις του αγοραστή για αποζημίωση ή αντιστάθμιση μάταιων δαπανών (§ 284 BGB) υφίστανται, ακόμη και σε περίπτωση ελαττωμάτων του εμπορεύματος, μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις των παρακάτω §§ 8 και 9.
(2) Βάση της ευθύνης μας για ελαττώματα αποτελεί κυρίως η συμφωνία που έχει συναφθεί σχετικά με την ποιότητα και την προβλεπόμενη χρήση του προϊόντος (συμπεριλαμβανομένων των εξαρτημάτων και των οδηγιών χρήσης). Ως συμφωνία σχετικά με τις ιδιότητες, υπό την έννοια αυτή, θεωρούνται όλες οι περιγραφές προϊόντων και οι πληροφορίες του κατασκευαστή, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο της εκάστοτε σύμβασης ή είχαν δημοσιοποιηθεί από εμάς (ιδίως σε καταλόγους ή στην ιστοσελίδα μας) κατά τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης. Στον βαθμό που δεν έχει συμφωνηθεί η ποιότητα, πρέπει να κριθεί σύμφωνα με τις νομοθετικές διατάξεις εάν υφίσταται ή όχι ελάττωμα (άρθρο 434, παράγραφος 3 του Γερμανικού Αστικού Κώδικα (BGB)). Οι δημόσιες δηλώσεις του κατασκευαστή ή εκ μέρους του, ιδίως στη διαφήμιση ή στην ετικέτα του προϊόντος, υπερισχύουν των δηλώσεων άλλων τρίτων.
(3) Όσον αφορά προϊόντα με ψηφιακά στοιχεία ή άλλο ψηφιακό περιεχόμενο, οφείλουμε τη διάθεση και, ενδεχομένως, την επικαιροποίηση του ψηφιακού περιεχομένου μόνο στο βαθμό που αυτό προκύπτει ρητά από συμφωνία σχετικά με την ποιότητα σύμφωνα με την παράγραφο 2. Δεν αναλαμβάνουμε καμία ευθύνη για δημόσιες δηλώσεις του κατασκευαστή και άλλων τρίτων ως προς αυτό.
(4) Κατ’ αρχήν, δεν ευθυνόμαστε για ελαττώματα τα οποία ο αγοραστής γνωρίζει κατά τη σύναψη της σύμβασης ή δεν γνωρίζει λόγω βαριάς αμέλειας (άρθρο 442 του Γερμανικού Αστικού Κώδικα (BGB)). Επιπλέον, οι αξιώσεις του αγοραστή για ελαττώματα προϋποθέτουν ότι έχει εκπληρώσει τις νόμιμες υποχρεώσεις του ως προς τον έλεγχο και τη γνωστοποίηση (άρθρα 377, 381 του Γερμανικού Εμπορικού Κώδικα (HGB)). Στην περίπτωση δομικών υλικών και άλλων εμπορευμάτων που προορίζονται για εγκατάσταση ή περαιτέρω επεξεργασία, ο έλεγχος πρέπει σε κάθε περίπτωση να πραγματοποιείται αμέσως πριν από την επεξεργασία. Εάν διαπιστωθεί ελάττωμα κατά την παράδοση, τον έλεγχο ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρονικό σημείο, αυτό πρέπει να μας γνωστοποιηθεί αμέσως γραπτώς. Σε κάθε περίπτωση, τα προφανή ελαττώματα πρέπει να γνωστοποιούνται εγγράφως εντός 2 εργάσιμων ημερών από την παράδοση, ενώ τα ελαττώματα που δεν είναι αναγνωρίσιμα κατά τον έλεγχο πρέπει να γνωστοποιούνται εγγράφως εντός της ίδιας προθεσμίας από την ανακάλυψή τους. Εάν ο αγοραστής παραλείψει τον ορθό έλεγχο και/ή τη γνωστοποίηση των ελαττωμάτων, αποκλείεται η ευθύνη μας για το ελάττωμα που δεν γνωστοποιήθηκε ή δεν γνωστοποιήθηκε εγκαίρως ή δεν γνωστοποιήθηκε ορθά, σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις.
(5) Εάν το παραδοθέν προϊόν είναι ελαττωματικό, μπορούμε αρχικά να επιλέξουμε εάν θα προβούμε σε επανορθωτική εκπλήρωση μέσω της αποκατάστασης του ελαττώματος (επισκευή) ή μέσω της παράδοσης ενός προϊόντος χωρίς ελαττώματα (αντικατάσταση). Εάν ο τρόπος επανορθωτικής εκπλήρωσης που επιλέξαμε είναι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, απαράδεκτος για τον αγοραστή, αυτός μπορεί να τον απορρίψει. Το δικαίωμά μας να αρνηθούμε την επανορθωτική εκπλήρωση σύμφωνα με τις νόμιμες προϋποθέσεις παραμένει ανεπηρέαστο.
(6) Έχουμε το δικαίωμα να εξαρτήσουμε την οφειλόμενη επανορθωτική εκπλήρωση από την καταβολή της οφειλόμενης τιμής αγοράς εκ μέρους του αγοραστή. Ωστόσο, ο αγοραστής έχει το δικαίωμα να παρακρατήσει μέρος της τιμής αγοράς που είναι αναλογικό προς το ελάττωμα.
(7) Ο αγοραστής οφείλει να μας παράσχει τον απαιτούμενο χρόνο και την ευκαιρία για την οφειλόμενη επανορθωτική εκπλήρωση, ιδίως να μας παραδώσει το προϊόν για το οποίο έχει διατυπωθεί η καταγγελία, για σκοπούς ελέγχου. Σε περίπτωση αντικατάστασης, ο αγοραστής οφείλει να μας επιστρέψει το ελαττωματικό προϊόν κατόπιν αιτήματός μας, σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις· ωστόσο, ο αγοραστής δεν έχει δικαίωμα επιστροφής. Η επανορθωτική εκπλήρωση δεν περιλαμβάνει ούτε την αποσυναρμολόγηση, την αφαίρεση ή την απεγκατάσταση του ελαττωματικού προϊόντος, ούτε την τοποθέτηση, την προσάρτηση ή την εγκατάσταση ενός προϊόντος χωρίς ελαττώματα, εφόσον αρχικά δεν είχαμε υποχρέωση για τις εν λόγω υπηρεσίες· οι αξιώσεις του αγοραστή για αποζημίωση των αντίστοιχων εξόδων («έξοδα αποσυναρμολόγησης και τοποθέτησης») παραμένουν ανεπηρέαστες.
(8) Τα έξοδα που απαιτούνται για τον έλεγχο και την επανορθωτική εκπλήρωση, ιδίως τα έξοδα μεταφοράς, μετακίνησης, εργασίας και υλικών, τα αναλαμβάνουμε ή τα αποζημιώνουμε σύμφωνα με τις νομοθετικές διατάξεις και τους παρόντες Γενικούς Όρους Πώλησης, εφόσον πράγματι υφίσταται ελάττωμα. Σε αντίθετη περίπτωση, μπορούμε να απαιτήσουμε από τον αγοραστή την αποζημίωση των εξόδων που προέκυψαν από το αδικαιολόγητο αίτημα αποκατάστασης του ελαττώματος, εάν ο αγοραστής γνώριζε ή θα μπορούσε να αναγνωρίσει ότι πράγματι δεν υφίσταται ελάττωμα.
(9) Σε επείγουσες περιπτώσεις, π.χ. σε περίπτωση κινδύνου για την ασφάλεια της λειτουργίας ή για την αποτροπή δυσανάλογων ζημιών, ο αγοραστής έχει το δικαίωμα να αποκαταστήσει ο ίδιος το ελάττωμα και να απαιτήσει από εμάς την αποζημίωση των αντικειμενικά απαραίτητων δαπανών για τον σκοπό αυτό. Πρέπει να ενημερωθούμε αμέσως, κατά το δυνατόν εκ των προτέρων, για μια τέτοια αυτο-αποκατάσταση. Το δικαίωμα αυτοδιόρθωσης δεν υφίσταται, εάν είχαμε το δικαίωμα να αρνηθούμε την αντίστοιχη επανορθωτική εκπλήρωση σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις.
(10) Εάν μια εύλογη προθεσμία που πρέπει να ορίσει ο αγοραστής για την επανορθωτική εκπλήρωση έχει λήξει χωρίς αποτέλεσμα ή δεν απαιτείται σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις, ο αγοραστής μπορεί, σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση πώλησης ή να μειώσει την τιμή αγοράς. Ωστόσο, σε περίπτωση ασήμαντου ελαττώματος, δεν υφίσταται δικαίωμα υπαναχώρησης.
(11) Αποκλείονται οι αξιώσεις του αγοραστή για αποζημίωση εξόδων σύμφωνα με το § 445a παρ. 1 του BGB, εκτός εάν η τελευταία σύμβαση στην αλυσίδα εφοδιασμού αποτελεί αγορά καταναλωτικών αγαθών ( §§ 478 , 474 BGB) ή σύμβαση καταναλωτή για την παροχή ψηφιακών προϊόντων ( §§ 445c εδάφιο 2 , 327 παρ. 5, 327u BGB). Οι αξιώσεις του αγοραστή για αποζημίωση ή αντιστάθμιση μάταιων δαπανών (§ 284 BGB) υφίστανται, ακόμη και σε περίπτωση ελαττωμάτων του εμπορεύματος, μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις των παρακάτω §§ 8 και 9.
§ 8 Λοιπή ευθύνη
(1) Εφόσον δεν προκύπτει κάτι διαφορετικό από τους παρόντες Γενικούς Όρους Ασφάλισης, συμπεριλαμβανομένων των ακόλουθων διατάξεων, ευθυνόμαστε σε περίπτωση παραβίασης συμβατικών και εξωσυμβατικών υποχρεώσεων σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις.
(2) Ευθυνόμαστε για αποζημίωση – ανεξάρτητα από τη νομική βάση – στο πλαίσιο της ευθύνης λόγω υπαιτιότητας σε περίπτωση δόλου και βαριάς αμέλειας. Σε περίπτωση απλής αμέλειας, ευθυνόμαστε, με την επιφύλαξη των νόμιμων περιορισμών ευθύνης (π.χ. επιμέλεια στις δικές μας υποθέσεις· ασήμαντη παραβίαση υποχρέωσης), μόνο
α) για ζημίες που προκύπτουν από τη στέρηση της ζωής, τη σωματική βλάβη ή τη βλάβη της υγείας,
β) για ζημίες που προκύπτουν από την παραβίαση ουσιώδους συμβατικής υποχρέωσης (υποχρέωση, η εκπλήρωση της οποίας καθιστά δυνατή την ορθή εκτέλεση της σύμβασης και στην τήρηση της οποίας ο συμβαλλόμενος εμπιστεύεται και δικαιούται να εμπιστεύεται κανονικά)· στην περίπτωση αυτή, ωστόσο, η ευθύνη μας περιορίζεται στην αποκατάσταση της προβλέψιμης, τυπικά επερχόμενης ζημίας.
(3) Οι περιορισμοί ευθύνης που απορρέουν από την παράγραφο 2 ισχύουν επίσης έναντι τρίτων, καθώς και σε περίπτωση παραβάσεων υποχρεώσεων από πρόσωπα (ακόμη και προς όφελός τους), για των οποίων την υπαιτιότητα φέρουμε σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις. Δεν ισχύουν, εφόσον ένα ελάττωμα αποκρύφθηκε δόλια ή παρασχέθηκε εγγύηση για την ποιότητα του εμπορεύματος, καθώς και για αξιώσεις του αγοραστή σύμφωνα με τον νόμο περί ευθύνης για τα προϊόντα.
(4) Λόγω παραβίασης υποχρέωσης που δεν συνίσταται σε ελάττωμα, ο αγοραστής μπορεί να υπαναχωρήσει ή να καταγγείλει τη σύμβαση μόνο εάν φέρουμε ευθύνη για την παραβίαση της υποχρέωσης. Αποκλείεται το ελεύθερο δικαίωμα καταγγελίας του αγοραστή (ιδίως σύμφωνα με τα άρθρα 650 και 648 του Γερμανικού Αστικού Κώδικα (BGB)). Κατά τα λοιπά, ισχύουν οι νόμιμες προϋποθέσεις και οι νομικές συνέπειες.
(2) Ευθυνόμαστε για αποζημίωση – ανεξάρτητα από τη νομική βάση – στο πλαίσιο της ευθύνης λόγω υπαιτιότητας σε περίπτωση δόλου και βαριάς αμέλειας. Σε περίπτωση απλής αμέλειας, ευθυνόμαστε, με την επιφύλαξη των νόμιμων περιορισμών ευθύνης (π.χ. επιμέλεια στις δικές μας υποθέσεις· ασήμαντη παραβίαση υποχρέωσης), μόνο
α) για ζημίες που προκύπτουν από τη στέρηση της ζωής, τη σωματική βλάβη ή τη βλάβη της υγείας,
β) για ζημίες που προκύπτουν από την παραβίαση ουσιώδους συμβατικής υποχρέωσης (υποχρέωση, η εκπλήρωση της οποίας καθιστά δυνατή την ορθή εκτέλεση της σύμβασης και στην τήρηση της οποίας ο συμβαλλόμενος εμπιστεύεται και δικαιούται να εμπιστεύεται κανονικά)· στην περίπτωση αυτή, ωστόσο, η ευθύνη μας περιορίζεται στην αποκατάσταση της προβλέψιμης, τυπικά επερχόμενης ζημίας.
(3) Οι περιορισμοί ευθύνης που απορρέουν από την παράγραφο 2 ισχύουν επίσης έναντι τρίτων, καθώς και σε περίπτωση παραβάσεων υποχρεώσεων από πρόσωπα (ακόμη και προς όφελός τους), για των οποίων την υπαιτιότητα φέρουμε σύμφωνα με τις νομικές διατάξεις. Δεν ισχύουν, εφόσον ένα ελάττωμα αποκρύφθηκε δόλια ή παρασχέθηκε εγγύηση για την ποιότητα του εμπορεύματος, καθώς και για αξιώσεις του αγοραστή σύμφωνα με τον νόμο περί ευθύνης για τα προϊόντα.
(4) Λόγω παραβίασης υποχρέωσης που δεν συνίσταται σε ελάττωμα, ο αγοραστής μπορεί να υπαναχωρήσει ή να καταγγείλει τη σύμβαση μόνο εάν φέρουμε ευθύνη για την παραβίαση της υποχρέωσης. Αποκλείεται το ελεύθερο δικαίωμα καταγγελίας του αγοραστή (ιδίως σύμφωνα με τα άρθρα 650 και 648 του Γερμανικού Αστικού Κώδικα (BGB)). Κατά τα λοιπά, ισχύουν οι νόμιμες προϋποθέσεις και οι νομικές συνέπειες.
§ 9 Παραγραφή
(1) Κατ’ εξαίρεση από το άρθρο 438, παράγραφος 1, σημείο 3 του Γερμανικού Αστικού Κώδικα (BGB), η γενική προθεσμία παραγραφής για αξιώσεις που απορρέουν από υλικά ελαττώματα και νομικά ελαττώματα ανέρχεται σε ένα έτος από την παράδοση. Εφόσον έχει συμφωνηθεί παραλαβή, η προθεσμία παραγραφής αρχίζει με την παραλαβή.(2) Οι ανωτέρω προθεσμίες παραγραφής του δικαίου της πώλησης ισχύουν επίσης για τις συμβατικές και εξωσυμβατικές αξιώσεις αποζημίωσης του αγοραστή, οι οποίες βασίζονται σε ελάττωμα του εμπορεύματος, εκτός εάν η εφαρμογή της κανονικής νόμιμης παραγραφής (άρθρα 195, 199 του Γερμανικού Αστικού Κώδικα (BGB)) θα οδηγούσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε συντομότερη προθεσμία παραγραφής. Οι αξιώσεις αποζημίωσης του αγοραστή σύμφωνα με το § 8 παρ. 2 εδάφια 1 και 2 (α), καθώς και σύμφωνα με τον νόμο περί ευθύνης για τα προϊόντα, παραγράφονται αποκλειστικά σύμφωνα με τις νόμιμες προθεσμίες παραγραφής.
§ 10 Εφαρμοστέο δίκαιο, αρμόδια δικαστήρια και τόπος εκπλήρωσης
(1) Για τους παρόντες Γενικούς Όρους Πώλησης και τη συμβατική σχέση μεταξύ εμάς και του αγοραστή ισχύει το δίκαιο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, με εξαίρεση το διεθνές ενιαίο δίκαιο, ιδίως τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τις διεθνείς πωλήσεις.
(2) Εάν ο αγοραστής είναι έμπορος κατά την έννοια του Εμπορικού Κώδικα, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ειδικό ταμείο δημοσίου δικαίου, αποκλειστική – και διεθνής – δικαιοδοσία για όλες τις διαφορές που προκύπτουν άμεσα ή έμμεσα από τη συμβατική σχέση είναι η έδρα μας στο Lindenberg/Allgäu. Το ίδιο ισχύει και εάν ο αγοραστής είναι επιχειρηματίας κατά την έννοια του άρθρου 14 του Γερμανικού Αστικού Κώδικα (BGB). Ωστόσο, σε όλες τις περιπτώσεις έχουμε επίσης το δικαίωμα να ασκήσουμε αγωγή στον τόπο εκπλήρωσης της υποχρέωσης παράδοσης σύμφωνα με τους παρόντες Γενικούς Όρους Συναλλαγών ή με κάποια προγενέστερη ατομική συμφωνία, ή στον γενικό τόπο δικαιοδοσίας του αγοραστή. Οι προγενέστερες νομικές διατάξεις, ιδίως όσον αφορά τις αποκλειστικές αρμοδιότητες, παραμένουν ανεπηρέαστες.
(3) Τόπος εκπλήρωσης είναι η έδρα της εταιρείας ÖMA Beer GmbH ή ο τόπος που ορίζεται ρητά από την ÖMA Beer GmbH για την παροχή της υπηρεσίας.
(2) Εάν ο αγοραστής είναι έμπορος κατά την έννοια του Εμπορικού Κώδικα, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ειδικό ταμείο δημοσίου δικαίου, αποκλειστική – και διεθνής – δικαιοδοσία για όλες τις διαφορές που προκύπτουν άμεσα ή έμμεσα από τη συμβατική σχέση είναι η έδρα μας στο Lindenberg/Allgäu. Το ίδιο ισχύει και εάν ο αγοραστής είναι επιχειρηματίας κατά την έννοια του άρθρου 14 του Γερμανικού Αστικού Κώδικα (BGB). Ωστόσο, σε όλες τις περιπτώσεις έχουμε επίσης το δικαίωμα να ασκήσουμε αγωγή στον τόπο εκπλήρωσης της υποχρέωσης παράδοσης σύμφωνα με τους παρόντες Γενικούς Όρους Συναλλαγών ή με κάποια προγενέστερη ατομική συμφωνία, ή στον γενικό τόπο δικαιοδοσίας του αγοραστή. Οι προγενέστερες νομικές διατάξεις, ιδίως όσον αφορά τις αποκλειστικές αρμοδιότητες, παραμένουν ανεπηρέαστες.
(3) Τόπος εκπλήρωσης είναι η έδρα της εταιρείας ÖMA Beer GmbH ή ο τόπος που ορίζεται ρητά από την ÖMA Beer GmbH για την παροχή της υπηρεσίας.
§ 11 Γενικές διατάξεις
Σε περίπτωση που κάποια από τις διατάξεις των παρόντων Όρων Συναλλαγών είναι ή καταστεί άκυρη, η ισχύς των υπόλοιπων διατάξεων δεν επηρεάζεται. Τα συμβαλλόμενα μέρη δεσμεύονται να αντικαταστήσουν τυχόν άκυρες διατάξεις με άλλες που ανταποκρίνονται καλύτερα στον σκοπό των άκυρων διατάξεων, λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις της εκάστοτε σύμβασης.Οι τροποποιήσεις της σύμβασης πρέπει να γίνονται εγγράφως.